Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Το μέγεθος της αδυναμίας σου είναι ο καθρέφτης του μεγέθους της δύναμής σου


Και έρχεται η νύχτα που πέφτεις για ύπνο χωρίς να έχεις κάτι να περιμένεις. Και ακολουθεί το πρωινό που δεν υπάρχει τίποτα να καρτερείς. Και είσαι λίγο κενή και πολύ χαμένη. Και σκέφτεσαι, και θυμάσαι. Και κοιμάσαι πάνω σε βρεγμένο μαξιλάρι. Και ξυπνάς κατά διαστήματα για να σιγουρευτείς ότι κρατάς γερά την μοναξιά στην αγκαλιά σου. Α, για κάτσε… αυτή την είχες το τελευταίο διάστημα. Για μια στιγμή… και το βρεγμένο μαξιλάρι υπήρχε-τότε, όταν έκανες ότι κοιμόσουν και «ξυπνούσες» μόνο αν στέγνωνε. Και σκεφτόσουν και ήλπιζες. Και ήσουν λίγο χαμένη και πολύ κενή. Η μόνη διαφορά είναι ότι όταν έπεφτες για ύπνο είχες όντως κάτι να περιμένεις το πρωί: την ελπίδα, της επόμενης μέρας, ότι οι ψευδαισθήσεις σου είναι ικανές να αλλάξουν τις καταστάσεις.

Κατάφερες και μου έριξες τα τείχη, με έπεισες ότι θα ζω καλύτερα χωρίς αυτά, και να ‘μαι τώρα στη μέση του πουθενά μ’ εσένα να μου επιτίθεσαι. Θα τα χτίσω απ’ την αρχή. Θα βάλω για θεμέλια τα λάθη σου και θα τα υψώσω με γνώμονα την συμπεριφορά σου. Τα φαντάζομαι πελώρια και πανίσχυρα. Σε φαντάζομαι κι εσένα απ’ έξω. Καταδικασμένο.


Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

Αυγουστιάτικη πανσέληνος


Ένα από τα απολαυστικότερα καλοκαιρινά θεάματα. Όχι σαν φαινόμενο-ποτέ δεν πίστευα ότι έχει κάτι το τόσο special η συγκεκριμένη πανσέληνος ώστε να ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες. Σαν αίσθηση. Τελευταίο ολόγιομο φεγγάρι του καλοκαιριού. Ισορροπεί πάνω στην νοσταλγική γεύση που ετοιμάζεται να αφήσει η αλμύρα της θάλασσας στα χείλη μας και στην ψυχολογική προετοιμασία για το καλωσόρισμα του φθινοπώρου. Φεύγουν οι άδειες κι έρχεται το άνοιγμα των σχολείων. Αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για τα μπάνια, το μαύρισμα, τις παραλίες, τα παγωτά, τον άφθονο ήλιο, τις ανέμελες στιγμές, την ελαφριά διάθεση, τις σαγιονάρες , τα δροσερά ρούχα, το καρπούζι, τις ρακέτες, τα κοκτέιλς, το πεντικιούρ, το μάζεμα κοχυλιών, τα όμορφα ηλιοβασιλέματα… Τελειώνει ίσως η πιο αξιολάτρευτη περίοδος του χρόνου και το κάνει με τον καλύτερο τρόπο: με ένα ολοστρόγγυλο, αστραφτερό, ανατριχιαστικά συναρπαστικό και άκρως ερωτικό φεγγάρι. Με τόσα άσματα και ποιήματα να έχουν γραφτεί για χάρη του, με τόσους μύθους και λαογραφίες γύρω απ’ το όνομά του, μόνο δέος μπορεί να προκαλεί. Εντάξει, και μοναξιά. Αν την έχεις πρόχειρη, φροντίζει να στην υπενθυμίζει έντονα ενώ όσο καλά κι αν την έχεις κρύψει, είναι ζήτημα δευτερολέπτων να την ξεθάψει. Και μετά έρχονται οι σκέψεις. Και η μελαγχολία. Και στην τελική γι’ αυτό το αγαπάμε. Γιατί καταφέρνει και μας βγάζει ο,τι πιο αληθινό διαθέτουμε, ο,τι πιο ανθρώπινο είμαστε. Είναι μια καλή ευκαιρία να πετάξεις ο,τι σε βαραίνει, να ενδώσεις σε αυτό που δεν βγάζεις απ’ το μυαλό σου και να αφεθείς στην μαγεία του μικρού αυτού καλοκαιρινού θαύματος. Αν επιλέξεις να κάτσεις στο σπίτι, μην ξεχάσεις να πιάσεις θέση με θέα. Αν πάλι αποφασίσεις να βγεις, να προσέξεις ποιον θα πάρεις μαζί σου. Κι αν τελικά καταλήξεις σε κάποια παραλία, κάνε μου την χάρη και υπέκυψε στο υπέροχο εκείνο δρομάκι που κεντάει το φως του φεγγαριού στην γαλήνια θάλασσα και διέσχισέ το. Κάθε βουτιά και μια βάφτιση ξεγνοιασιάς. Κάθε βλέμμα στον ουρανό και ένα χαμόγελο εκτίμησης. Σιγοτραγουδώντας δε και λίγη Χαρούλα, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι όλα θα πάνε καλά.

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

#true_story



Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010, Θεσσαλονίκη

06:00 Την ησυχία της ανατολής διέκοψε ο ήχος του “Inner smile”. Ξυπνητήρι. Πετάχτηκε από το κρεβάτι απότομα έχοντας καταφέρει να κοιμηθεί μόλις ένα 2ωρο από το άγχος. Συνειδητοποιώντας τι μέρα ξημέρωσε, ζωγράφισε ένα χαμόγελο στα χείλη της και καλωσόρισε έναν μικρό κόμπο στο στομάχι της. Ανάμεικτα συναισθήματα. Ή μάλλον, πανέμορφα συναισθήματα με μικρές πινελιές λογικής. Σε λίγο θα ταξίδευε 500χλμ νότια, σε μία πόλη που δεν είχε ξαναπάει, για να συναντήσει ένα άτομο που δεν είχε ξαναδεί.

08:00 Έπειτα από μια βαλίτσα που τελευταία στιγμή της χάλασε το κλείδωμα, 2 λεωφορεία που έχασε-εκ των οποίων το ένα βρήκε μέρα να μην πέρασε ποτέ, και έναν ταξιτζή ο οποίος ήθελε απεγνωσμένα να σκοτώσει την πεθερά του κι αυτό έβγαινε και στην οδήγησή του, καθόταν επιτέλους στην καρέκλα του λεωφορείου το οποίο μόλις είχε ξεκινήσει. Αγανακτισμένη από τη μία, ανακουφισμένη από την άλλη. Όσα εμπόδια και να έβαζε ο Μέρφι δεν πρόκειται να περνούσε το δικό του. Όχι σήμερα. 7 ώρες ταξίδι για τον πλανήτη άγνωστο, με άπειρο χρόνο και χώρο να μετανιώσει την παρορμητική της κίνηση και να γεμίσει αμφιβολίες, δεν ήταν αρκετές. Είχε βάλει την καρδιά της μπροστά και ήταν αποφασισμένη να την ακολουθήσει χωρίς ενδοιασμούς.

16:00 Αποβίβαση. Πατρινό αεράκι. *Είναι περίεργο να φτάνεις κάπου, να είσαι μόνη σου και να ξέρεις ότι δεν υπάρχει κανένας να σε περιμένει* Παίρνει βαλίτσα και κατευθύνεται στο πρώτο ξενοδοχείο που βλέπει μπροστά της. Ανεβαίνει στο δωμάτιο, κλείνει την πόρτα πίσω της, αφήνει τα πράγματα και βγαίνει στο μπαλκόνι κρατώντας σφιχτά το κινητό της.

16:15 *Τουτ, τουτ* -Καμαράκι μου, πού χάθηκες όλη μέρα;! Τι κάνεις, πού είσαι; -Καλά μωρέ, εδώ, μόλις έφτασα Πάτρα *παύση* -Πού είσαι; -Πάτρα *προσπαθώντας να κρύψει τον ενθουσιασμό της* -Έλα, κόψε την πλάκα και λέγε -Δεν κάνω πλάκα. Μόλις έφτασα. Είμαι πτώμα, με 2 ώρες ύπνο και 7ωρο ταξίδι. Άσε με να κάνω ένα μπανάκι, να κοιμηθώ και θα τα πούμε το βραδάκι που θα πάμε για φαΐ *ανυπομονεί για την αντίδραση* -Δηλαδή είσαι εδώ; -Ναι και κλείσε το στόμα σου *παύση ανίχνευσης* -Πες μου ότι είσαι και κάπου εδώ γύρω κρυμμένη και με παρακολουθείς -Απλά ακούω την έκπληξη στην φωνή σου -Δηλαδή είσαι εδώ! Θα πάρω σβάρνα τα ξενοδοχεία για να σε βρω -Δεν θα κάνεις τίποτα. Θα με αφήσεις να ξεκουραστώ και θα τα πούμε μόλις ξυπνήσω. Φιλιά.

21:30 Ξεκινάει να ετοιμάζεται για το μεγάλο, πρώτο τους ραντεβού. Σε μία ώρα ένα πολύ έντονο παραμύθι, που κρατάει μόλις ένα μήνα, θα πάρει σάρκα και οστά. Στο μυαλό της περνάνε κινηματογραφικά, τα highlights τους: Πρώτο reply, DM's, ανταλλαγή msn, καθημερινά mail την εβδομάδα που εκείνος έλειπε στο Παρίσι ως ένδειξη στέρησης, πρώτα sms, πρώτο τηλεφώνημα με την καρδιά να θέλει να σκίσει την σάρκα, ολονυχτίες ομιλιών, καταθέσεις ψυχών, χαμόγελα-κρεμάστρες, πεταλούδες στα στομάχια… Ένας Μάης γεμάτος με όλα αυτά τα όμορφα «πρώτα» συναισθήματα, με background το δελεαστικό «δεν σε ξέρω, αλλά μου προκαλείς τόσα πολλά» και με μουσική υπόκρουση το “The quest”.

22:45 Βρίσκονται μόλις έναν όροφο μακριά. Είναι κάτω από το σπίτι του και τον περιμένει να κατέβει. Κάτι δευτερόλεπτα τους χωρίζουν πλέον. Καθρεφτίζεται φευγαλέα στις βιτρίνες. Τζιν φόρεμα με άσπρα αξεσουάρ, ολόισια μαλλιά και πολύ καλά κρυμμένο άγχος επέλεξε για απόψε το βράδυ. Σταθμευμένη στην άκρη του πεζοδρομίου, περιμένοντάς τον να κατέβει, ξαφνικά ανοίγει η κεντρική είσοδος μιας πολυκατοικίας και βγαίνει… αυτός! ΑΥΤΟΣ! Με 150 σφυγμούς ανά λεπτό και τρεμάμενα πόδια, αντικρίζοντας το πανέμορφο και πλατύ χαμόγελό του, σπεύδει προς το μέρος του, απορρίπτει υποτιμητικά την τυπική κίνηση πρώτης γνωριμίας που επιχειρεί να της κάνει και ορμάει πάνω του για να τον σφίξει στην αγκαλιά της. Εκείνος, ανταποδίδει χωρίς δεύτερη σκέψη. Πλημμύρα συναισθημάτων κατακλύζει το τετράγωνο στο οποίο βρίσκονται. Ντροπαλά και αμήχανα χαμόγελα επιβεβαίωσης προδίδουν τα χείλη. Η αίσθηση του «μόλις σε γνώρισα, αλλά νιώθω σαν να σε ξέρω χρόνια» σκορπάει πυροτεχνήματα στον ουρανό της Πάτρας.

Της πιάνει το χέρι (το χέρι! *σκέφτεται και τον ξανά ερωτεύεται από την αρχή*) και με μια παράλληλη μίνι ξενάγηση στην πόλη, την πάει για φαΐ. Αν τα βλέμματα διέθεταν υπότιτλους, θα βρίσκονταν ήδη σε κάποια απόμερη παραλία να κυλιούνται στην άμμο και να φιλιούνται μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Ευτυχώς όμως, όλα προχωρούσαν ανέλπιστα αργά δημιουργώντας έτσι την καλύτερη δυνατή ρομαντική ατμόσφαιρα και υφαίνοντας με περίτεχνα σχέδια την συνέχεια του παραμυθιού. Σε ολόκληρο τον κόσμο, εκείνη την στιγμή, υπήρχαν μόνο 2. Οι 2 τους. Κι αυτό είναι ένα από τα πιο όμορφα αμοιβαία πράγματα που μπορεί να αισθανθεί κανείς.

01:15 Λιμάνι. Καθισμένοι δίπλα-δίπλα, μισό μέτρο από τη θάλασσα. Φόντο, η ίδια η θάλασσα να διατηρεί όλο το βράδυ άψογη συνεννόηση με τον ουρανό για την υπέροχα οπτική ακολουθία που άφηνε στο ανθρώπινο μάτι. Ειδυλλιακό τοπίο. Άσκοπες συζητήσεις, ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, πρώτο φιλί. Πρώτη προσπάθεια σαρκικής ένωσης. Κλειστά μάτια, ανοιχτές αγκαλιές, ξέχειλα συναισθήματα, μία ανάσα. Ρίγος.

05:30 Η μέρα διαδέχθηκε τη νύχτα και, καθώς ο κόσμος τους δεν είχε υπολογίσει ότι κάποια στιγμή θα ξημέρωνε, το φως της ανατολής, τους έδιωχνε διακριτικά. Περπάτησαν μαζί, χέρι-χέρι, μέχρι και το ξενοδοχείο της. Εκείνος, της πρότεινε να την φιλοξενήσει στο σπίτι του και να κοιμηθούν μαζί. Εκείνη, απέρριψε ευγενικά την πρότασή του (ενώ ταυτόχρονα ούρλιαζε εσωτερικά από επιθυμία). Μια τελευταία αγκαλιά κατηγορίας "δεν θέλω να σε αποχωριστώ", ένα ολιγόλεπτο φιλί τύπου "ας σταματήσει εδώ ο χρόνος" και μια γλυκιά καληνύχτα με τις ματιές να ανταλλάζουν μεταξύ τους όλα όσα οι λέξεις δεν έβρισκαν το θάρρος να πουν…

05:45 Στο δωμάτιό της πια, μπαίνει για μπάνιο λίγο πριν πέσει για ύπνο. Μαζεύει τα μαλλιά της και αφήνει το νερό να τρέξει πάνω στο σώμα της όση ώρα βυθίζεται στις σκέψεις της. Κλείνει απότομα το νερό. *Αν αυτή ήταν η πρώτη σελίδα του παραμυθιού, θα ήταν άδικο να είχε τέτοια κατάληξη* Τυλίγει μια πετσέτα γύρω της, βγαίνει αποφασισμένη από το μπάνιο και αρπάζει το κινητό.
-Ισχύει ακόμα η πρόταση;
-*γελάκι* Εννοείται!
Φοράει ο,τι βρίσκει μπροστά της, παίρνει το πρώτο ταξί που αντικρίζει και φτάνοντας, τρέχει και του χτυπάει την πόρτα. Την υποδέχεται με αγκαλιά, την βάζει να ξαπλώσει από τη μέσα μεριά του κρεβατιού και απλώνει το χέρι του για να το κάνει μαξιλάρι της. Ίσως ο πιο γλυκός και αθώος ύπνος που είχαν κάνει ποτέ τους. Όταν έκλεισαν τα μάτια τους πια, και η ευτυχία ανάβλυζε από παντού, ήξεραν πολύ καλά και οι δύο, ότι η ιστορία τους μόλις είχε αρχίσει να γράφεται.



Μέσα σε ακριβώς ένα 24ωρο, μπορεί(ς) να αλλάξει(ς) το σύμπαν σου. Από Θεσσαλονίκη να βρεθείς Πάτρα, από "single" να γίνεις "in a relationship" και από το να κάθεσαι με σταυρωμένα χέρια περιμένοντας πράγματα σαν να είσαι θεατής στην ίδια σου την ζωή, να συνειδητοποιήσεις ότι είσαι ο μοναδικός πρωταγωνιστής και να γράψεις το σενάριο που θέλεις. Αν βρεθείς σε δίλημμα, να σκεφτείς πώς θα ήθελες να θυμάσαι τη στιγμή μετά από χρόνια, κι αν ποτέ ο φόβος σου στερήσει χιλιόμετρα, να βάλεις το ένστικτο για οδηγό και να φουλάρεις το αμάξι με καρδιά-η λογική ανέκαθεν ήταν νοθευμένη κι ας την πληρώναμε για χρυσή.